ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ: O AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚ ΤΖΑΖ

Η μουσική του Ανδρέα Γεωργίου εντάσσεται στο πλαίσιο της λεγόμενης Έθνικ Τζαζ, δηλαδή της μουσικής Τζαζ που ενσωματώνει στοιχεία από τις παραδόσεις διαφόρων μουσικών πολιτισμών:

  • Μελωδικά, αρμονικά και ρυθμικά χαρακτηριστικά, και συχνά δάνεια από αυτούσιες παραδοσιακές μελωδίες.
  • Παραδοσιακά μουσικά όργανα. Ο ίδιος ο Γεωργίου έχει πειραματιστεί εκτενώς με τη χρήση διαφόρων τέτοιων οργάνων στη μουσική του, όπως η ταμπούρα και η μαντούρα (από την Ελλάδα), το πιθκιάυλι (από την Κύπρο), το σιτάρ και το σανάι (από την Ινδία) και η σάνζα (από την Αφρική).
  • Η διαφορετική θεώρηση της μουσικής πράξης (π.χ. η σημασία που έχει για τους Ινδούς η εποχή του χρόνου και η ώρα της μέρας κατά την οποία θα παιχτεί μια ράγκα).

    Είναι σημαντικό να τονιστεί εξαρχής ότι η χρήση των παραπάνω στοιχείων δεν είναι σε καμία περίπτωση δεσμευτική. Επιδιωκώμενος στόχος δεν είναι η ακριβής παραγωγή των εκάστοτε μουσικών μοντέλων, αλλά η διεύρυνση των εκφραστικών δυνατοτήτων και ο εμπλουτισμός του τελικού μουσικού αποτελέσματος.

    Ίδιον της έθνικ μουσικής είναι η ελευθερία στη χρήση του υλικού που επιστρατεύεται. Όταν μια παραδοσιακή μουσική παίζεται με τον αυθεντικό τρόπο, τότε δεν κάνουμε λόγο για έθνικ μουσική, αλλά για τη λεγόμενη "μουσική του κόσμου" (world music).

    Η έθνικ προσέγγιση στη μουσική τζάζ χρονολογείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το πρώτο σημαντικό άνοιγμα έγινε με τη λεγόμενη μπόσα νόβα, ένα νέο λατινοαμερικάνικο ρυθμό που δημιούργησε ο Τζοαο Τζιλμπέρτο. Στη δημοτικότητα και τη διάδοση του ρυθμού αυτού, καθώς και της λατινοαμερικάνικης μουσικής γενικότερα, συνέβαλε η επιτυχία της ταινίας του 1950 "Orfeu negro" (Ο μαύρος Ορφέας). Την ίδια χρονιά ο Τζιλμπέρτο κυκλοφόρησε τον θρυλικό πλέον δίσκo "Chega de saudade", με τη μπόσα νόβα, ένα νέο είδος χαλαρότερης σάμπας συνδυασμένης με τις πλούσιες αρμονίες της τζαζ.

    Ο νέος ρυθμός βρήκε σύντομα μεγάλη απήχηση.Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η στροφή προς τη μουσική της Βραζιλίας σηματοδότησε την έναρξη για τη μελέτη και άλλων μουσικών πολιτισμών όπως της Αφρικής και της Ινδίας, που άσκησαν ιδιαίτερη επίδραση στο δυτικό κόσμο.

    Όλα τα παραπάνω έχουν επηρεάσει σημαντικά και τη μουσική του Γεωργίου. Σημαντικότατη είναι η συνεργασία του με τον κορυφαίο βραζιλιάνο περκασιονίστα Αϊρτο Μορέιρα. Η Αφρική δίνει την πνοή της σε πολλές συνθέσεις του, στοιχείο που συχνά μαρτυρούν οι τίτλοι των έργων του. Από την Ινδία έχει σαφώς επηρεαστεί κυρίως από την συμπαντική προσέγγιση στο φαινόμενο της δημιουργίας.

    Αλλά αν η έθνικ προσέγγιση στη μουσική χαρακτηρίζεται από μια διάθεση για πειραματισμό, η διάθεση αυτή στη μουσική του Γεωργίου δεν περιορίζεται μόνο στην παραδοσιακή έθνικ αισθητική, αλλά επεκτείνεται και σε πολλά άλλα στοιχεία. Χαρακτηριστικός είναι και ο πειραματισμός του με διαφορετικά όργανα, που γεννιέται από την ανάγκη για διεύρυνση των εκφραστικών δυνατοτήτων της μουσικής του.

    Όπως ειπώθηκε ήδη, ο Γεωργίου χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό διάφορα παραδοσιακά όργανα. Σημαντικότερη ωστόσο ήταν η κατασκευή μιας κιθάρας δικής του επινόησης.

    Ο ιδίος λέει χαρακτηριστικά: "Από την αρχή σχεδόν, από το 1980 είχα θέσει κάποιους στόχους. Το 1982 λοιπόν έφτιαξα την πρώτη μου δεκαεξάχορδη κιθάρα. Δεν υπήρχε πουθενά αυτή η κιθάρα. Είχα διαλογιστεί πάνω στο πως θα εφαρμόσω συγκεκριμένα αρμονικά συστήματα, αλλά και πολυρυθμία ταυτόχρονα, έτσι ώστε η κιθάρα να αποκτήσει μια άλλη οντότητα[...] Πρόκειται για ένα άλλο άργανο, στην ουσία το οποίο μελέτησα επί χρόνια[...] Αλλά προέκυπταν συνέχεια καινούρια ερώτηματα: Πως θα είναι η διάταξη ας πούμε. Έτσι πειραματίστηκα και στα χορδίσματα".

    Η διάθεση του Γεωργίου για εξερεύνηση διαφορετικών μουσικών δυνατοτήτων βρίσκει γενικότερη έκφραση στον τομέα της ενορχήστρωσης, με τις σχετικές μουσικές του αναζητήσεις να εξελίσσονται από δίσκο σε δίσκο.

    Τέλος η μουσική του χαρακτηρίζεται από την αρμονική συνύπαρξη επιρροών από διαφορετικούς κόσμους (καθέναν από τους οποίους εξερευνά σχεδόν στην ολότητά του):


  • Από την Τζαζ με τους έντονους ρυθμούς της και τον εφευρετικό αυτοσχεδιασμό, που βασίζεται στην αξιοποίηση κάθε στοιχείου της μουσικής.
  • Από την παραδοσιακή μουσική.
  • Από τη λόγια μουσική, στην οποία έχει ισχυρές βάσεις, όπως συμβαίνει συχνά στη σύγχρονη Τζαζ. Οι σπουδές του περιλαμβάνουν επίσης τη βυζαντινή μουσική (που αποτελεί ένα είδος λόγιας μουσικής της ανατολής), στοιχείο ευδιάκριτο στη μουσική του.

    Γενικότερα η μουσική του Γεωργίου βασίζεται πρωτίστως στο ρυθμικό στοιχείο, σε βαθμό μάλιστα που να μας φέρνει στο νου περισσότερο την παραδοσιακή τζαζ, παρότι σαν ήχος είναι πολύ διαφορετική.

    Λιγότερα είναι τα κομμάτια όπου κυριαρχεί το μελωδικό στοιχείο. Η εσωτερική τους δύναμη όμως είναι ακόμα μεγαλύτερη. Σημαντικό τους προσόν είναι και η χρήση απλών μελωδιών, οι οποίες προσδίδουν μεγάλη αμεσότητα. Εξάλλου, ολόκληρη η καλλιτεχνική δημιουργία έχει ως στόχο την προσέγγιση της απλότητας, που χαρακτηρίζει κάθε τι το όμορφο.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ


ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Ανδρέας Γεωργίου, παρά το ότι περνάει από τις ακουστικές κιθάρες (με 15 ή 16 χορδές) στην ηλεκτρική κιθάρα και από το σόλο στο μικρό μουσικό σχήμα αλλά και στο μείγμα free-traditional jazz της δεκαετίας του 80 (συμπεριλαμβανόμενης της δυαδικής όψης της jazz κατά την ίδια περίοδο), μοιάζει τελικά να τα περιφρονεί όλα αυτά. Η διαδικασία που ακολουθεί χαρακτηρίζεται ιδίως από την αίσθηση του για την ακρόαση, το διάλογο και μια συγκεκριμένη ροπή να αναζητεί (και να βρίσκει) την φυσική οικολογία των ήχων.

JEAN-CLAUDE QUEROY, ΜΟΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ECOUTER VOIR"


MARDEL JAZZ: AIRES DE RENOVACION


[...] Αυτή είναι η περίπτωση του Έλληνα Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος έχει απεικονίσει με έξοχο τρόπο τα χαρακτηριστικά αυτής της πανάρχαιας μουσικής που η ηχώ της αντηχεί σε διάφορους πολιτισμούς του Παλαιού Κόσμου.
Με ποικίλες κιθάρες (ακουστικές και ηλεκτρικές), με το ινδικό σιτάρ, το σαχνάι, το αφρικάνικο μπίρα, την καλίμπα και διάφορα κρουστά, o Ανδρέας βυθίζεται στις ρίζες των ελληνικών τρόπων και σε μια ρυθμική που προσεγγίζει απόηχους χορών χιλιετιών.
Ο Ανδρέας επιστρέφει με μύρο και ευφροσύνη σ' αυτό το χώρο που από το Αιγαίο εξακόντισε σ' ολόκληρο τον κόσμο ένα μουσικό σύστημα που εμπλουτίστηκε κατά τη διάρκεια των αιώνων. Είναι ένα αδιάκοπο πήγαιν' έλα, ένα θαυμαστό ταξίδι, στο οποίο μας οδηγεί μόνο το χέρι των εκλεκτών.
Το Mar del Jazz μοιάζει να βρίσκει σ' αυτή την κατηγορία των πρωτεργατών τον λόγο της ύπαρξής του.

Rene Vargas Vera
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "LA NACION" ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ